Ενδουαλοειδικές Ενέσεις: Τι Είναι, Πώς Γίνονται & Επιπλοκές

Γράφει ο Δρ. Βασίλειος Σκουτέρης, MD, FEBO9 Ιανουαρίου 20215 λεπτά ανάγνωση
Περιεχόμενα σελίδας
  1. Γιατί πολλοί ασθενείς με ωχρά κηλίδα χάνουν την όραση;
  2. Υπάρχει νόημα να συνεχίσουμε με την θεραπεία εάν υπάρχει ήδη εκτεταμένη βλάβη στην ωχρά;
  3. Πονάνε οι ενδοβόλβιες ενέσεις;
  4. Υπάρχει κίνδυνος από τις ενδοϋαλοειδικές ενέσεις;
  5. Συχνές Ερωτήσεις

Είμαστε πολύ τυχεροί που ζούμε σε μία εποχή στην οποία μπορούμε να προσφέρουμε στον ασθενή μας, στον οποίο θέτουμε την διάγνωση της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, μία θεραπεία. Μέχρι πριν λίγα χρόνια όταν βλέπαμε έναν ασθενή με τα πρώτα στάδια της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας δυστυχώς το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε είναι να τον ενημερώσουμε για την εξέλιξη της νόσου, η οποία τις περισσότερες φορές ήταν μια μεγάλη ουλή στην περιοχή της ωχράς κηλίδας με συνοδό μόνιμη απώλεια της κεντρικής όρασης. Το διάστημα που χρειαζόταν για να μειωθεί η όραση σε αυτά τα πολύ χαμηλά επίπεδα ήταν από έναν μέχρι έξι μήνες. Αυτό μέχρι πριν μερικά χρόνια όταν έγινε η τυχαία παρατήρηση ότι η χρήση ενός φαρμάκου που ανήκει στην κατηγορία των Anti-VEGF (αντιαγγειογενετικών φαρμάκων) βελτίωνε σημαντικά την όραση σε ανθρώπους που είχαν την υγρά μορφή της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας. Η επανάσταση που έφερε αυτή η παρατήρηση στην αντιμετώπιση της συγκεκριμένης πάθησης ήταν τρομακτική.

Έκτοτε έγιναν αλλά και συνεχίζουν να γίνονται μελέτες που δείχνουν την τεράστια διαφορά στην όραση αλλά και στην κλινική εικόνα των ασθενών που έκαναν θεραπεία με Anti-VEGF σε σύγκριση με ασθενείς που δεν έκαναν. Οι περισσότερες μελέτες έδειξαν ότι η οπτική οξύτητα, δηλαδή το πόσο καλά βλέπει ο ασθενής, παρουσίασε σημαντική βελτίωση σε σχέση με την πρώτη επίσκεψη του στο ιατρείο δηλαδή με την ημέρα της διάγνωσης. Εκτός αυτού δηλαδή εκτός από το γεγονός ότι μπορούμε να βελτιώσουμε την όραση του ασθενή στα πρώτα στάδια της πάθησης, είναι πολύ σημαντικό επισημάνουμε ξανά ότι η πρόγνωση χωρίς θεραπεία είναι πάρα πολύ κακή και ότι η συνήθης κατάληξη ήταν μια μεγάλη ουλή στο κέντρο της ωχράς κηλίδας με πολύ χαμηλή όραση.

Γιατί πολλοί ασθενείς με ωχρά κηλίδα χάνουν την όραση;

Κατ’ αρχήν υπάρχουν αρκετές διαφορετικές παθήσεις της ωχράς κηλίδας, σημαντικό ποσοστό από τις οποίες δεν αντιμετωπίζονται με ενδουαλοειδικές ενέσεις. Άρα η σωστή διάγνωση είναι πολύ σημαντικό κομμάτι στην αντιμετώπιση.

Δεύτερον η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική γιατί φυσικά αν η πάθηση προϋπάρχει για μήνες προ της διάγνωσης τότε ενδεχομένως να υπάρχει ήδη μόνιμη βλάβη.

Σημαντικότερος όμως λόγος για τον οποίο μπορεί κανείς να μην έχει καλό αποτέλεσμα είναι η ελλιπής θεραπεία ή η θεραπεία με μη αποτελεσματικά πρωτόκολλα. Υπάρχουν δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες έχει χαθεί κρίσιμος χρόνος σε κάποιο από τα στάδια της νόσου με την θεραπεία να γίνεται σε μεγαλύτερα από το επιθυμητό διαστήματα. Αυτό έχει σαν συνέπεια η βελτίωση που παρουσιάζεται από την αγωγή να χάνεται στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι να γίνει ή επόμενη έγχυση. Έτσι η πάθηση δεν τίθεται υπό έλεγχο.

Υπάρχει νόημα να συνεχίσουμε με την θεραπεία εάν υπάρχει ήδη εκτεταμένη βλάβη στην ωχρά;

Φυσικά το κομμάτι της ωχράς κηλίδας που έχει υποστεί μόνιμη βλάβη δεν μπορεί να επανέλθει με τις υπάρχουσες θεραπείες. Υπάρχει όμως νόημα στην θεραπεία εφόσον μας ενδιαφέρει να μην μεγαλώσει η περιοχή από την οποία δεν βλέπει κανείς. Ο κίνδυνος δηλαδή για έναν άνθρωπο με υπάρχουσα βλάβη στην περιοχή της ωχράς είναι η βλάβη αυτή να μεγαλώσει άρα να μεγαλώσει σε μέγεθος και η περιοχή με την κακή όραση. Εάν η περιοχή που έχει επηρεαστεί δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη τότε φυσικά και έχει νόημα να προσπαθήσει κανείς να την περιορίσει. Συνεπώς είναι περισσότερο μια επιλογή που είναι διαφορετική για τον καθένα και σωστότερη προσέγγιση για εμάς είναι να ενημερώσουμε τον ασθενή και να του δώσουμε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να πάρει την σωστή απόφαση για τον ίδιο.

Πονάνε οι ενδοβόλβιες ενέσεις;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι απλή. Εξαρτάται από την αναισθησία που θα χρησιμοποιήσουμε. Υπάρχει τρόπος να γίνει εντελώς ανώδυνα και φυσικά ακόμα και με την μικρότερης έντασης αναισθησία που είναι μόνο με αναισθητικές σταγόνες, τις περισσότερες φορές ο ασθενής δεν αισθάνεται πόνο ή ο όποιος πόνος είναι πολύ μικρός. Προσωπικά επιλέγω έναν συνδυασμό αναισθησίας στην οποία ο ασθενής συνήθως δεν αισθάνεται καθόλου πόνο.

Υπάρχει κίνδυνος από τις ενδοϋαλοειδικές ενέσεις;

Κάθε παρέμβαση στο ανθρώπινο σώμα έχει κάποιους κινδύνους. Έτσι και η ενδοϋαλοειδική ένεση εμπεριέχει κάποιους κινδύνους, οι οποίοι όμως είναι αρκετά μικροί. Τα στατιστικά δείχνουν το οι πιθανότητες να αναπτύξει κάποιος αιμορραγία μόλυνση ή αποκόλληση αμφ/δούς είναι μικρότερες από 1:1000 περιστατικά και η προσωπική μου εμπειρία δείχνει ότι τα ποσοστά αυτά είναι αρκετά μικρότερα. Φυσικά σημαντικό ρόλο παίζει και ο χώρος αλλά και η διαδικασία που ακολουθείται κατά την διάρκεια μιας ενδοβόλβιας ένεσης. Εμείς έχοντας εμπειρία με περισσότερες από 1500 ενδοϋαλοειδικές εγχύσεις, κρατάμε την περιοχή εντελώς αποστειρωμένη αλλά και η ίδια η έγχυση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αυξηθεί όσο το δυνατόν η ασφάλεια για τον ασθενή. Είναι ο χώρος αλλά και η τεχνική που μας εξασφαλίσει όσο το δυνατόν ασφαλέστερο αποτέλεσμα.

Συχνές Ερωτήσεις

Πονάει η ένεση στο μάτι;

Οι περισσότεροι ασθενείς περιγράφουν την ένεση ως λιγότερο δυσάρεστη από ό,τι περίμεναν. Πριν από τη διαδικασία το μάτι αναισθητοποιείται με σταγόνες ή τζελ, οπότε νιώθετε κυρίως μια στιγμιαία πίεση. Όταν περάσει η επίδραση της αναισθησίας, μπορεί να υπάρχει αίσθηση άμμου ή κάψιμο για λίγες ώρες έως μία ημέρα.

Κάθε πότε γίνονται οι ενδουαλοειδικές ενέσεις;

Συνήθως η θεραπεία ξεκινά με μία ένεση τον μήνα για τους πρώτους μήνες. Στη συνέχεια, το μεσοδιάστημα προσαρμόζεται ατομικά με βάση την εικόνα της OCT και την όραση, και σε πολλούς ασθενείς αραιώνει σταδιακά σε δύο, τρεις ή περισσότερους μήνες. Η συχνότητα εξαρτάται από τη νόσο, το φάρμακο και την ανταπόκριση του ματιού.

Ποιοι είναι οι κίνδυνοι των ενδουαλοειδικών ενέσεων;

Οι ενέσεις θεωρούνται ασφαλείς όταν γίνονται σε άσηπτες συνθήκες. Συχνές και αθώες είναι η κόκκινη κηλίδα στο άσπρο του ματιού και η παροδική ενόχληση. Σοβαρές επιπλοκές, όπως ενδοφθαλμίτιδα, αύξηση της πίεσης, ρωγμή ή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, είναι σπάνιες. Η έγκαιρη αναφορά συμπτωμάτων μετά την ένεση επιτρέπει άμεση αντιμετώπιση.

Για ποιες παθήσεις γίνονται ενδουαλοειδικές ενέσεις;

Οι ενδουαλοειδικές ενέσεις χρησιμοποιούνται κυρίως στην υγρή εκφύλιση ωχράς κηλίδας, στο διαβητικό οίδημα της ωχράς κηλίδας, στο οίδημα μετά από απόφραξη φλέβας του αμφιβληστροειδούς και στη χοριοειδική νεοαγγείωση λόγω υψηλής μυωπίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται και για φλεγμονές στο εσωτερικό του ματιού ή σε επιλεγμένα μακροανευρύσματα.

Έχετε απορίες για την περίπτωσή σας;

Ο Δρ. Σκουτέρης σας εξετάζει στο ιατρείο στο Νέο Ψυχικό και σας εξηγεί τις επιλογές σας.

Δρ. Βασίλειος Σκουτέρης

Σχετικά με τον συγγραφέα

Δρ. Βασίλειος Σκουτέρης, MD, FEBO

Χειρουργός οφθαλμίατρος με εξειδίκευση στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο John Radcliffe της Οξφόρδης και μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Οφθαλμολογίας (FEBO).

Βιογραφικό
ΚλήσηΡαντεβού